Του Ανδρέα Μαρολαχάκη
Τις
πρώτες μέρες μετά την άφιξη μου στην
Κίσσαμο κι ενώ προσπαθούσα με μεγάλη
δυσκολία να προσαρμοστώ, σ’ ένα νέο
τρόπο ζωής, ένιωθα αβέβαιος, χωρίς
σιγουριά, για το τι θα έπρεπε να κάνω.
Τίποτα απ’ ό,τι συναντούσα στη νέα μου
καθημερινότητα δεν έμοιαζε, έστω και
λίγο, με τον τρόπο ζωής, που είχα μάθει
να ζω, στην ιδιαίτερη πατρίδα μου. Η
αβεβαιότητα σηματοδοτούσε τη ζωή μου.
Ήμουν σε μια ηλικία, που κανονικά, το
μόνο που έπρεπε να με απασχολεί, ήταν
τα μαθήματα μου και το σχολείο. Εγώ όμως,
προσπαθούσα να ισορροπήσω, στα εφηβικά
μου «θέλω» και στα οικογενειακά «πρέπει».
Αυτό ήταν κάτι πολύ δύσκολο, για ένα
έφηβο της εποχής μας, γιατί τα μέσα
επικοινωνίας, εκείνης της περιόδου,
ήταν ανύπαρκτα και στα ελάχιστα που
πιθανώς υπήρχαν, δεν είχαμε τη δυνατότητα
άμεσης πρόσβασης. Περιοριζόμουν ν’
ακούω τις συμβουλές των συγγενών μου
και των διαφόρων φίλων της οικογενείας
μου.






