Εισαγωγή
Του Παντελή Γουλάρα
Στις 25 Ιανουαρίου του 2022, πέντε συνεργάτες του “Στείλε μου Γράμμα...”, εγώ, η Λένα Δημητριάδου, η Άρτεμις Καλογήρου, ο Ανδρέας Μαρολαχάκης και η Ανατολή Μελίδου, ξεκινήσαμε να γράφουμε ένα συνεργατικό μυθιστόρημα. Ήταν ένα πείραμα. Έγραψε ο πρώτος και κανένας δεν ήξερε τι θα γράψει ο επόμενος παρά μόνο όταν το είχε τελειώσει. Είχαμε αποφασίσει να γράψουμε από 5 κεφάλαια ο καθένας και να ολοκληρωθεί στα 25 κεφάλαια. Αυτός ο συνδυασμός του 5 (5 συγγραφείς, 5Χ5 κεφάλαια) μας οδήγησε να δώσουμε στο μυθιστόρημα τον τίτλο “Χορογραφία... για πέντε”.
Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2024, άλλοτε με καθυστερήσεις και άλλοτε πιο σύντομα και μέσα από την προσωπική του πορεία ο καθένας μας, με τα εμπόδιά μας, με τα ψυχολογικά μας, καταφέραμε να ολοκληρώσουμε τα 15 πρώτα κεφάλαια. Λίγους μήνες μετά και αφού είχε παραδώσει το 15ο κεφάλαιο, η αγαπημένη μας φίλη και συνεργάτις Ανατολή Μελίδου, έφυγε για το μεγάλο ταξίδι. Η Ανατολή μας, ένας άνθρωπος υπέροχος, Πάντα χαμογελαστή, πάντα πρόθυμη, πάντα δοτική. Νιώσαμε όλοι συγκλονισμένοι. Μας φαίνονταν απίστευτο, τόσο που όλοι αναρρωτηθήκαμε αν άξιζε τον κόπο να συνεχίσουμε, αυτή μας την προσπάθεια.
Παρά τις αμφιβολίες μας και τα πισωγυρίσματα, αποφασίσαμε τελικά να συνεχίσουμε, αφού πρώτα περιορίσουμε την έκταση του μυθιστορήματος στα 20 κεφάλαια. Θα το συνεχίσουμε γιατί το χρωστάμε στην Ανατολή. Και θα το αφιερώσουμε στη μνήμη της, γιατί ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι αυτού του έργου είναι δικό της δημιούργημα.
Ξέρουμε ότι όσα έχουμε γράψει μέχρι τώρα, άρεσαν σ' έναν αριθμό αναγνωστών. Το ξέρουμε γιατί υπήρξαν πολλά θετικά και ενθαρρυντικά σχόλια. Ελπίζουμε η συνέχεια και το τέλος να ικανοποιήσουν τους αναγνώστες μας. Στην σκέψη μας και στην καρδιά μας, συνεχίζουμε να είμαστε 5 αυτοί που γράφουν την “Χορογραφία για πέντε” και πέντε θα είμαστε μέχρι το τέλος της.
Κεφάλαιο XVI
Γράφει ο Παντελής Γουλάρας
Το αεροπλάνο της TAP κρατικής αεροπορικής εταιρίας της Πορτογαλίας, κύλισε απαλά τις ρόδες του στον διάδρομο προσγείωσης του αεροδρομίου της Λισσαβώνας. Ακολούθησε μια πορεία μερικών εκατοντάδων μέτρων και σταμάτησε. Όπως σε κάθε πτήση από Αθήνα όταν οι περισσότεροι επιβάτες είναι Έλληνες, ένα θερμό χειροκρότημα επιβράβευσε την ικανότητα του πιλότου για μια “βελούδινη” προσγείωση.
Ο αστυνόμος Γιώργος Παπαδόπουλος, πήρε το μικρό βαλιτσάκι του από το ντουλάπι πάνω από το κάθισμά του και κατευθύνθηκε προς την έξοδο του αεροπλάνου. Κατέβηκε βιαστικά τη σκάλα και ακολούθησε την μεγάλη ουρά των επιβατών προς το κτίριο. Πέρασε γρήγορα τις διατυπώσεις ελέγχου χωρίς κανένα απρόοπτο και βρέθηκε σύντομα στην έξοδο να αναπνέει τον αέρα της πόλης.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που έρχονταν στη Λισσαβώνα. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός που και αυτός, μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες, πανηγύρισε στους δρόμους της όμορφης αυτής πόλης, την κατάκτηση του Euro από την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Ελλάδας. Ευχάριστες αναμνήσεις και μαζί περηφάνεια για τη χώρα μας, χωρίς όμως να έχει την ευκαιρία να εξερευνήσει την πόλη σε όλη της την έκταση.
Σήμερα βέβαια ο σκοπός του ταξιδιού του ήταν διαφορετικός. Έπρεπε όμως πρώτα να τακτοποιήσει το ζήτημα της διαμονής. Μπήκε στο πρώτο ταξί στην ουρά και έδωσε το όνομα του ξενοδοχείου AS Lisboa. “Σε ποιαν οδό” τον ρώτησε ο ταξιτζής με την τραγουδιστή πορτογαλική προφορά του. “Αβενίδα Αλμιράντε Ρεΐς” (Λεωφόρος ναυάρχου Ρεΐς) απάντησε. Είκοσι λεπτά αργότερα βρίσκονταν στην είσοδο του ξενοδοχείου. Πλήρωσε τον ταξιτζή, πήρε το βαλιτσάκι του και περπάτησε προς τη ρεσεψιόν. Είχε κλείσει τηλεφωνικά δωμάτιο από την Αθήνα. Έδειξε το διαβατήριό του, πήρε το κλειδί και με το ασανσέρ ανέβηκε στον τρίτο όροφο, όπου βρίσκονταν το δωμάτιό του.
Ξάπλωσε λίγο, χωρίς να βγάλει τα ρούχα του, στο διπλό κρεβάτι για να ξεκουραστεί και έκλεισε τα μάτια του. Πώς αλήθεια έφτασε μέχρι εδώ; Κινηματογραφικά πέρασαν από το μυαλό του τα τελευταία γεγονότα.
--//--
Άσπροι τοίχοι, άσπρο το ταβάνι, άσπρο πάτωμα, άσπρες οι πόρτες και τα παράθυρα. Απέναντί του ο έρωτας της ζωής του, η γυναίκα που τον καθόρισε, ντυμένη στα λευκά. Κι αυτός, ξαπλωμένος σ' ένα άσπρο κρεβάτι, σκεπασμένος με άσπρα σεντόνια, να την κοιτάει και η καρδιά του να πετάει, το μυαλό του να ταξιδεύει στο παρελθόν.
“Καλημέρα κύριε Παπαδόπουλε” διέκοψε την ονειροπόλησή του η νοσοκόμα που μπήκε στο θάλαμο, ντυμένη κι αυτή στα λευκά. “Εχετε γράμμα” είπε και του έδωσε έναν φάκελλο. “Σήμερα βγαίνετε, μπορείτε να περάσετε από το γραφείο να τακτοποιήσετε το εξιτήριό σας;” πρόσθεσε.
Την ευχαρίστησε, κι όταν αυτή βγήκε απ' το δωμάτιο, άνοιξε το φάκελλο για να βγάλει μια κάρτα που είχε μέσα. Ένα τραμ, κίτρινο, να ανεβαίνει μιαν ανηφόρα. Αναγνώρισε αμέσως το τραμάκι της Λισσαβώνας που ανεβαίνει στο κάστρο της πόλης. Τη γύρισε από την πίσω πλευρά για να διαβάσει. Τέσσερις λέξεις μόνο, χωρίς υπογραφή. Τέσσερις λέξεις στα ελληνικά. “Έλα να με δεις”.
Δεν χρειάστηκε να διαβάσει υπογραφή για να καταλάβει ποιος ήταν.
“Ρικ” του ξέφυγε σαν επιφώνημα. “Ο φίλος μου ο Ρικάρντο από την Πορτογαλία” γύρισε και εξήγησε στην Dolunay που τον κοιτούσε με απορία. Και μ' αυτήν την κουβέντα το παρελθόν ζωντάνεψε και τον κατέκλυσε.
--//--
Ήταν τότε στην Πόλη. Βάδιζε και παραμιλούσε. Έκοβε βόλτες έξω από το Προξενείο στην αρχή, ύστερα πήρε να “μετράει' πάνω κάτω την Ιστικλάλ και σε λίγο όλο το Πέραν και την Πλατεία Ταξίμ. Άρχισε να απομακρύνεται. Γύριζε στα στενά του Φατίχ, μιλώντας φωναχτά στον εαυτό του. Κάποια στιγμή βρέθηκε πάνω στη Γέφυρα του Γαλατά. Ένα πράγμα τον απασχολούσε. Τι θα γίνει με τον αδερφό της Dolunay. Αν βοηθούσε θα ήταν παραβάτης. Αν όχι κινδύνευε να τη χάσει.
“Έ! Πατριωτάκι! Τα μισά της χιλιάδας, πεντακόσια” άκουσε κάποια στιγμή, κάποιον να του μιλάει ελληνικά. Γύρισε να δει και βρέθηκε μπροστά σε δυο τύπους που ψάρευαν με τα καλάμια τους από τη γέφυρα, μέσα στον Κεράτιο.
“Έλληνες είστε;” Ρώτησε. “Εγώ ναι” απάντησε ο πιο μελαχροινός από τους δύο. “Ο φίλος από δω είναι Πορτογάλος αλλά μιλάει ελληνικά” συμπλήρωσε.
Περιεργάστηκε τους δύο συνομιλητές του. Καθαρά Μεσογειακοί τύποι, ηλιοκαμένοι, εξυπνόφατσες. Σχετικά νέοι κι αυτό του φάνηκε παράταιρο γιατί οι πιο κοντινοί ψαράδες, εδώ γύρω, φαίνονταν σαν συνταξιούχοι.
Ο Κώστας και ο Ρικάρντο, έτσι του συστήθηκαν. Κάθισε μαζί τους αρκετή ώρα. Μίλησαν, γέλασαν, κουτσομπόλεψαν, πέρασε ευχάριστα η ώρα και ξέχασε για λίγο τον καημό του. Ο Κώστας ήταν από μια επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας (αυτήν που αργότερα βρέθηκε επικεφααλής της αστυνομίας της). Ο Ρικάρντο από τη Λισσαβώνα, με κάποια απροσδιόριστα καθήκοντα σε μια Πορτογαλική αποστολή στην Πόλη.
Σαν πέρασε η ώρα έφυγε προς το Προξενείο, κάπως ξαλαφρωμένος, χωρίς όμως να έχει βρει λύση στο πρόβλημά του.
Την άλλη μέρα το πρωί, βρήκε πάνω στο γραφείο του μια κάρτα. Απεικόνιζε τη Γέφυρα του Γαλατά. Μια από τις χιλιάδες κάρτες που έχουν σαν θέμα τους, τα αξιοθέατα της Πόλης. Τη γύρισε από την άλλη μεριά για να διαβάσει μα δεν βρήκε τίποτα. Ούτε καν τον αποστολέα.
Το μυαλό του πήγε στη χθεσινή συνάντηση, πάνω στη γέφυρα της κάρτας. Μήπως ήταν πρόσκληση να ξαναπάει εκεί; Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Αποφάσισε να δοκιμάσει. Δεν του πήρε πολύ χρόνο για να βρεθεί πάλι στη γέφυρα.
Βρήκε τον Ρικάρντο να ακουμπάει με την πλάτη στα κάγκελα της γέφυρας. Μόλις είδε τον Γιώργο, του είπε απλά “έλα μαζί μου” κι αυτός τον ακολούθησε. Πέρασαν από κάτω, στα εστιατόρια της γέφυρας. Κι εκεί σαν να γνωρίζονταν χρόνια, άνοιξε ο ένας την ψυχή του στον άλλον. Κι απ' τις δυο μεριές.
Διαπίστωσε ότι ο Πορτογάλος ήξερε τα πάντα γι' αυτόν. Για τη δουλειά του, για το δεσμό του με την Dolunay, για το πρόβλημα με τον Οσμάνογλου. Του εκμυστηριεύτηκε ότι δούλευε για την Ιντερπόλ. Γνώριζε τα πάντα για το κύκλωμα του λαθρεμπορίου των ναρκωτικών. Λόγω της θέσης του όμως δεν μπορούσε να επέμβει. Το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν να ενημερώνει τις αστυνομίες στην Τουρκία και στην Ελλάδα. Του πρότεινε συνεργασία. Μα πρώτα απ' όλα του υπέδειξε τον τρόπο, να κάνει αυτό που ζητάει η Dolunay και ταυτόχρονα να σώσει το τομάρι του. Μίλησαν ώρες πολλές κι όταν χώρισαν ήταν, σαν να ήταν φίλοι από παλιά, σαν να γνωρίζονταν χρόνια και τώρα ξανασυναντήθηκαν.
Την άλλη μέρα, έδωσε έναν κλειστό φάκελο στον Πρόξενο, Απάνω του έγραφε: Να ανοιχτεί μόνο αν μου συμβεί κάτι. Κι ήταν αυτός ο φάκελος που τον έσωσε όταν το κύκλωμα αποκαλύφτηκε και άρχισαν οι συλλήψεις.
Αργότερα έχασε τα ίχνη του Ρικάρντο. Εμφανίστηκε ξανά στο Βερολίνο, τότε που κυνηγώντας τον Οσμάνογλου, βρέθηκε να περιπλανιέται μόνος, στους δρόμους της ενιαίας πια Γερμανικής πόλης. Και είναι σίγουρο τώρα ότι αυτός έστειλε την κάρτα στην Αθήνα, στο ξενοδοχείο, για να τον προειδοποιήσει. Ίσως να έπαιξε και κάποιον ρόλο στη διάσωσή του.
--//--
Η Dolunay είχε πάει για να τακτοποιήσει το θέμα του εξιτηρίου από το νοσοκομείο. Μόλις επέστρεψε, μετά από συζήτηση, αποφάσισαν να βάλουν σε εφαρμογή το πλάνο τους. Ο Αστυνόμος είχε μερικές μέρες ακόμα αναρρωτική άδεια. Πρότεινε να πάει στη Λισσαβώνα να συναντήσει τον Ρικάρντο. Στο μεταξύ η Dolunay θα πήγαινε στη πόλη του για να συναντήσει πρώτα τη γιαγιά Στεργιάνα και με την βοήθειά της, μετά την επιστροφή του, την Ευδοκία. Του φάνηκε καλό σαν σχέδιο. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε σκοπό να μείνει πολλές μέρες στη Λισσαβώνα.
--//--
Και να που τώρα βρέθηκε να περπατά στους δρόμους της όμορφης πρωτεύουσας της Πορτογαλίας.
Κατέβηκε με το μετρό μέχρι την πλατεία εμπορίου. Από κει αποφάσισε να πάει με τα πόδια μέχρι το κάστρο του Αγίου Γεωργίου. Δεν είχε ιδέα πού θα έβρισκε τον Ρικάρντο, αλλά η κάρτα που του είχε στείλει έδειχνε εμφανώς τον δρόμο που οδηγεί στο κάστρο. Δεν βιαζόταν. Περπάτησε αργά στην ανηφόρα χαζεύοντας τα όμορφα παλιά σπίτια και τις εκκλησιές που συνάντησε στη διαδρομή του.
Τον βρήκε εύκολα. Κάθονταν σε μιαν άκρη κοντά στο άγαλμα του Dom Alfonso Henriques. Κρατούσε στα χέρια του μια κιθάρα. Έπαιζε και τραγουδούσε fado. Στάθηκε παράμερα και τον παρατηρούσε χαμογελώντας. Δεν έδειξε να τον είδε αμέσως, αν και ποτέ δεν ξέρεις.
Κόσμος περνούσε από μπροστά του. Στέκονταν για λίγο και άκουγαν τον θλιμμένο σκοπό του τραγουδιού του. Όλοι τουρίστες που πιθανότατα δεν καταλάβαιναν λέξη πορτογαλικά. Έσκυβαν, άφηναν μερικά ευρώ στη θήκη της κιθάρας, που βρίσκονταν ανοιχτή μπροστά του κι έφευγαν.
Κάποια στιγμή τον είδε να αφήνει ένα κενό στο παίξιμο της κιθάρας, χωρίς να σφήνει το τραγούδι. Παρακολούθησε και τον είδε να βάζει το χέρι στο τσεπάκι του πουκαμίσου του, να βγάζει ένα άσπρο πράγμα και να το αφήνει με τρόπο, μέσα στη θήκη μπροστά του.
Τον κοιτούσε έκπληκτος, χωρίς να καταλάβει τι γίνεται. Βλέποντας όμως, ότι συμπτωματικά δεν βρίσκονταν κανένας τουρίστας, μπροστά στον Ρικάρντο εκείνη τη στιγμή, κατάλαβε ότι το άσπρο αντικείμενο προορίζονταν γι' αυτόν. Πλησίασε προσεκτικά. Έβγαλε ένα χαρτονόμισμα των 5 ευρώ από το πορτοφόλι του, έσκυψε και το άφησε μέσα στη θήκη της κιθάρας, ενώ ταυτόχρονα έπαιρνε το άσπρο διπλωμένο χαρτί (γιατί αυτό ήταν τελικά) που είχε αφήσει ο κιθαρίστας μπροστά του. Αργά-αργά αποχώρησε, καμώνοντας πως χαζεύει τα υπόλοιπα αξιοθέατα του κάστρου.
Βγαίνοντας από την πύλη, σταμάτησε λίγο παράμερα και άνοιξε το σφιχτά διπλωμένο χαρτί. Ήταν ένα απλό σημείωμα. 'Εγραφε “το βράδυ στις 9.00 στην Alfama. Κι είχε την διεύθυνση ενός μαγαζιού.
Αποφάσισε να ξοδέψει το χρόνο του γυρνώντας τα αξιοθέατα της πόλης. Δεν είχε αλλάξει και πολύ από τη χρονιά του Euro. Θυμήθηκε τους πανηγυρισμούς των συμπατριωτών του, την περηφάνεια που ένιωσε όταν η Εθνική μας κέρδισε το τρόπαιο, το κλάμα του Ρονάλντο μέσα στο γήπεδο με το τέλος του αγώνα, τους πανηγυρισμούς του Ζαγοράκη και των λοιπών ποδοσφαιριστών μας, όταν ο μεγάλος Εουσέμπιο, εμφανώς στενοχωρημένος γιατί έχασε η ομάδα του, τους έδινε το κύπελλο. Περασμένα τώρα πια. Η ζωή του έφερε περίεργες στροφές και είχε καινούργια προβλήματα να επιλύσει.
Λίγο μετά τις 8.30 βρέθηκε στην Αλφάμα, την παλιά μαυριτανική γειτονιά, γραφικό υπόλειμμα του παρελθόντος, κάτι σαν την Πλάκα της Αθήνας. Ρώτησε έναν οδηγό ταξί, πού βρίκεται η ταβέρνα Lautasco κι αυτός του έδειξε με προθυμία. Δεν ήταν μακριά. Διπλοτσεκάρισε την διεύθυνση. Οδός Beco de Azinhal, αριθμός 7. Όμορφα τραπεζάκια, στρωμένα με υφασμάτινα καρό τραπεζομάντηλα. Κάτω καλντερίμι, από πάνω πολύχρωμες γιρλάντες. Στα μεγάφωνα η φωνή της Αμάλια Ροντρίγκες. Ιδανικό περιβάλλον για καλό κρασί και ψητή σαρδέλα.
Διάλεξε ένα απόμερο τραπεζάκι, κάθισε και περίμενε. Δεν άργησε να φανεί και ο Ρικάρντο. Αγκαλιάστηκαν με χαρά, για την μετά από χρόνια συνάντησή τους. Έδωσαν την παραγγελία και ξεκίνησαν την κουβέντα τους. Τι κουβέντα δηλαδή; Ο Ρικάρντο ήταν αυτός που μιλούσε.
Στην αρχή του ζήτησε συγγνώμη που τον έφερε στη Λισσαβώνα. Ήταν απασχολημένος με μια σοβαρή υπόθεση και δεν μπορούσε να λείψει. Το τραγούδι στο κάστρο ήταν μέρος της σοβαρής αυτής και μυστικής δουλειάς του. Επιβεβαίωσε όμως ότι αυτός ήταν στην Αθήνα, όταν έγινε η επίθεση εναντίον του και αυτός ο ίδιος είχε παρέμβει για να τον γλυτώσει στο εστιατόριο. Την κάρτα με τα κτίρια του Βερολίνου, την έστειλε για να δηλώσει την παρουσία του εκεί και να τον συναντήσει. Πράγμα που δεν έγινε δυνατό εξ αιτίας των εξελίξεων.
Προχώρησαν μαζί σε ανάλυση σε βάθος, των στοιχείων που είχαν μέχρι τώρα στα χέρια τους. Κοινό συμπέρασμα και των δύο ήταν ότι ο δράστης βρίσκεται πολύ κοντά στο περιβάλλον των ανθρώπων που κυκλοφορούν γύρω από τη δολοφονία του μπασκετμπολίστα, πιθανότατα κάποιος απ' αυτούς που ήδη είχε συναντήσει, ερευνώντας και ανακρίνοντας. Στο τέλος και πριν αποχωριστούν, του έδωσε μια λίστα με ονόματα των πιθανών δολοφόνων. Ξαφνιάστηκε διαπιστώνοντας ότι όλοι πλην ενός, ήταν πρόσωπα κοντινά του, που τους είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Η απάντηση του Ρικάρντο στις ενστάσεις του, ήταν ότι έχει εκτεταμένο και αξιόπιστο δίκτυο πληροφοριών, ακόμα και στην Ελλάδα, ακόμα και στην μικρή επαρχιακή πόλη του. Τον καληνύχτισε νιώθοντας ικανοποιημένος από τη συζήτηση και έχοντας στο μυαλό του τα πρώτα στοιχεία ενός σχεδίου δράσης, όταν θα επέστρεφε στη βάση του.
- // -
Την άλλη μέρα το πρωί την ώρα που ετοιμάζονταν για το αεροδρόμιο, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από την Ελλάδα. Ήταν ο σπιτονοικοκύρης του, ο Γιάννης Παπαδόπουλος.
“Γιώργο βρήκα κάτι που ίσως είναι στοιχείο για την έρευνά σου. Μια κασέτα που μέσα της κάποιος μιλάει τουρκικά. Δεν μπορώ να καταλάβω τι λέει. Την ανέβασε ο Μανωλάκης την ημέρα που βρήκε το πτώμα στον δεύτερο όροφο. Δεν είπε τίποτα μέχρι τώρα και την ανακάλυψα τυχαία”
“Να που το πράγμα προχωράει” σκέφτηκε κι αμέσως απάντησε:
“Γιάννη, κράτησέ την και μη λες σε κανέναν τίποτα. Το πολύ μέχρι αύριο το πρωί θα είμαι στο σπίτι. Θα την ακούσω και θα σου πω αν είναι κάτι σημαντικό ή όχι”.
Έκλεισε το τηλέφωνο και κατέβηκε στο λόμπι του ξενοδοχείου. Εξόφλησε το λογαριασμό και ζήτησε να καλέσουν ταξί για το αεροδρόμιο.
- // -
Περπατούσε στους δρόμους αυτής της όμορφης επαρχιακής Ελληνικής πόλης. Δεν είχε ξανάρθει εδώ, αλλά την ένιωθε σαν τόπο οικείο. Σαν να μην ήταν καθόλου ξένη σ' αυτόν το τόπο. Ήξερε ότι κάπου σ' αυτήν την πόλη βρίσκονταν η κόρη της. Συγκράτησε την ανυπομονησία της να την συναντήσει. Έπρεπε κάποια άλλα πράγματα να γίνουν πρώτα, όπως είχε συνεννοηθεί με τον Γιώργο. Προς το παρόν προτιμούσε να κάνει τη γνωριμία της με την πόλη.
Είχε φτάσει χθες το βράδυ με λεωφορείο από την Αθήνα. Έκλεισε δωμάτιο σ' ένα κεντρικό μικρό ξενοδοχείο και τώρα απολάμβανε τη θέα του κάμπου από ένα μικρό πάρκο, στις παρυφές της πόλης. Στη συνέχεια κάθησε να πιει έναν καφέ στην καφετέρια του πάρκου και αφέθηκε στις σκέψεις της.
Προσπάθησε να μαντέψει ποια θα ήταν η αντίδραση της Στεργιάνας όταν θα μάθαινε ποια είναι κι ακόμη περισσότερο ποια θα ήταν η αντιδραση της Ευδοκίας όταν θα την συναντούσε. Όταν θα μάθαινε ότι ήταν η μητέρα της και πως πατέρας της ήταν ο Αστυνόμος. Πολλά πράγματα μπερδεμένα στο μυαλό της. Ένα κουβάρι που άρχισε να ξετυλίγεται αλλά είχε αρκετό δρόμο ακόμα μέχρι να φτάσουν στην άλλη άκρη του.
Σιγά-σιγά η καφετέρια άρχισε να γεμίζει από κόσμο. Γύρω στις 10.30 στα διπλανά τραπεζάκια, μια παρέα καμιά δεκαριά συνταξιούχων, προσπαθούσε με πάθος να λύσει τα προβλήματα της διεθνούς πολιτικής αλλά και της διακυβέρνησης της χώρας. Δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλο και σηκώθηκε να φύγει. Ανηφόρησε στον κεντρικό δρόμο της πόλης, χαζεύοντας της βιτρίνες των μαγαζιών. Προσπαθούσε να διαβάσει τους τίτλους των βιβλίων στην προθήκη ενός βιβλιοπωλείου, όταν το μάτι της έπεσε σε ένα μικρό βιβλιαράκι στη δεξιά γωνία της βιτρίνας. Τίτλος “Της ψυχής μου”. Συγγραφέας Γιώργος Παπαδόπουλος. Σκίρτησε. Κάτι της έλεγε ότι ο συγγραφέας που είχε το πιο συνηθισμένο όνομα και επώνυμο στην Ελλάδα, ήταν ο δικός της Γιώργος.
Μπήκε μέσα στο μαγαζί και το αγόρασε. Δεν ήταν καινούργια έκδοση. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια σκονίζονταν στα ράφια. Ποιήματα. Περπατώντας στο πεζοδρόμιο το άνοιξε. Το μάτι της έπεσε στη φωτογραφία του ποιητή. Ο Γιώργος Παπαδόπουλος ο ίδιος, ο Παπαδόπουλος ο Αστυνόμος, ο δικός της Γιώργος, ο αγαπημένος της ήταν και ποιητής. Ευαίσθητος και ρομαντικός. Έβαλε το βιβλίο στην τσάντα της και συνέχισε την πορεία της.
Ρωτώντας έφτασε και στην παλιά Εβραϊκή γειτονιά. Ήξερε την περιγραφή του σπιτιού της γιαγιάς Στεργιάνας και προχώρησε προς τα κει. Λίγο πριν τις 12.00 το μεσημέρι χτύπησε την πόρτα.
“Τώρα έρχομαι” ακούστηκε μια φωνή από μέσα.
-//-
Άκουσε το χτύπημα στην πόρτα η γιαγιά Στεργιάνα την ώρα που μαγείρευε στην κουζίνα. “Ποιος να 'ναι τέτοια ώρα;” αναρρωτήθηκε. Είναι αλήθεια ότι είχε καλέσει για γεύμα την Ευδοκία αλλά την περίμενε καναδυό ώρες αργότερα. Άλλωστε η Ευδοκία είχε το δικό της κλειδί. Θα μπορούσε να μπει χωρίς να χτυπήσει. “Τώρα έρχομαι” φώναξε, χαμήλωσε τη φωτιά στην κουζίνα κι έτρεξε ν' ανοίξει.
Άνοιξε με προσοχή, κοίταξε το πρόσωπο στο κατώφλι της και πάγωσε. Ένα σχεδόν αντίγραφο της Ευδοκίας σε μεγαλύτερη ηλικία, στέκονταν μπροστά στην πόρτα της. Κοιταχτήκανε λίγη ώρα χωρίς καμιά τους να λέει τίποτα, χωρίς καμιά τους να κάνει κάποια κίνηση.
Πρώτη μίλησε η Dolunay:
“Καλημέρα κυρία Στεργιάνα. Να περάσω;”.
Παραμέρισε η Στεργιάνα για να περάσει η ξένη γυναίκα. Σαν αυτόματο την ακολούθησε και την οδήγησε στην κουζίνα όπου πριν βρίσκονταν η ίδια. Κάθησαν σε δυο καρέκλες δίπλα στο τραπέζι. Το μυαλό της δούλευε εντατικά. Προσπαθούσε να βγάλει συμπέρασμα από το φιλικά χαμογελαστό πρόσωπο της ξένης αλλά δεν κατέληγε πουθενά. Τελικά ξέπνοα, σχεδόν παραιτημένη ρώτησε:
“Ήρθες να μου την πάρεις;”.
Δεν περίμενε τέτοια αντίδραση η Dolunay. Περίμενε να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί αλλά τέτοια παθητικότητα όχι, δεν την περίμενε.
“Όχι” απάντησε. “Ίσα-ίσα που σκοπεύω κι εγώ να μείνω εδώ, μαζί με τον πατέρα της”.
Και άνοιξε την καρδιά της και τη ζωή της στη γιαγιά Στεργιάνα. Της είπε για την καταγωγή της, για τα παιδικά της χρόνια, για την οικογένειά της και για τον αδερφό της, για την γνωριμία της με τον Γιώργο, αυτόν τον ίδιο που η γιαγιά γνώριζε ως Αστυνόμο, για το παιδί της που της το πήραν από την αγκαλιά της και που τώρα που έγινε ολόκληρη γυναίκα ήρθε η ώρα να την γνωρίσει και να γίνουν όλοι μαζί για πρώτη φορά οικογένεια. Μίλησε αρκετή ώρα και στο τέλος κατέληξαν κι οι δυο να κλαίνε αγκαλιασμένες. Ένα κλάμα ανακουφιστικό, απελευθερωτικό. Κι εκεί ανάμεσα στα δάκρυα και στ' αναφιλητά η γιαγιά Στεργιάνα της είπε, πως περιμένει σε λίγο να έρθει η Ευδοκία για φαγητό.
Σηκώθηκε απότομα η Dolunay.
“Δεν πρέπει να με βρει εδώ. Όχι ακόμα. Πρέπει να γυρίσει ο Γιώργος στην πόλη και μαζί θα τη συναντήσουμε. Θα σου χρωστάω χάρη αν δεν της πεις τίποτα”.
“Πώς να κρατήσω τέτοιο μυστικό παιδί μου;” διαμαρτυρήθηκε η Στεργιάνα. “Θα προσπαθήσω αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρω”.
Την αγκάλιασε ακόμη μια φορά η Dolunay. “Ευχαριστώ” της είπε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Την ώρα που η Dolunay κατηφόριζε στο δρόμο προς το ποτάμι, η Ευδοκία έπαιρνε τη στροφή από τη μεριά της κεντρικής πλατείας προς το δρόμο της γιαγιάς.
--//--
Ήταν αργά το απόγευμα όταν ο Αστυνόμος χτύπησε την πόρτα του σπιτονοικοκύρη του. Του άνοιξε ο ίδιος ο Γιάννης Παπαδόπουλος. Ήταν μόνος στο σπίτι. Η γυναίκα του κι ο μικρός Μανωλάκης έλειπαν. Πρωτού προλάβει να πει τίποτα ο Γιώργος, ο άλλος προσπάθησε να δικαιολογηθεί.
“Χίλια συγγνώμη. Ο Μανωλάκης έπιασε την κασέτα πριν αντιληφθεί ότι ο Γιώργος ήταν νεκρός. Και μέσα στην τρομάρα του έτρεξε να με φωνάξει, κρατώντας την στα χέρια του. Την είδα πριν δυο μέρες κι απόρησα. Έχουμε χρόνια ν' ακούσουμε κασέτες. Πού βρέθηκε αυτή; Από περιέργεια την έβαλα να την ακούσω κι έμεινα έκπληκτος. Έχει στην αρχή ένα τραγούδι, αλλά ύστερα μια φωνή αρχίζει να διηγείται. Κατάλαβα ότι μιλάει στα τούρκικα αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς λέει, γιατί δεν ξέρω τη γλώσσα. Ελπίζω εσύ που ξέρεις να μπορέσεις να τα καταλάβεις”.
Πήρε την κασέτα ο Αστυνόμος και την έβαλε στο κασετόφωνο που του έδειξε ο οικοδεσπότης. Πάτησε το play και περίμενε. Στην αρχή είχε το πολύ γνωστό τραγούδι των Deep Purple και στη άκουσε την πολύ γνώριμη φωνή του Οσμάνογλου. Μετέφραζε ακούγοντας, με το μυαλό του μόνο χωρίς να μιλάει. Παλιά αστυνομική συνήθεια να μην κοινοποιεί στον διπλανό του, όσα αφορούν μόνο αυτόν.
“Αγαπητό μου παιδί” έλεγε η φωνή στην κασέτα, “με λένε Μεσούτ Οσμάνογλου και είμαι θείος σου. Ξέρω ότι θα σου φανεί παράξενο, γι' αυτό άφησέ με να σου εξηγήσω”. Κι άρχισε να λέει αναλυτικά από πού προέκυψε αυτή η συγγένεια. Για την μητέρα της και αδελφή του, για τον Γιώργο Παπαδόπουλο τον βιβολογικό της πατέρα, που είναι αστυνομικός σε μια επαρχιακή Ελληνική πόλη και που κάποτε υπηρετούσε στην Πόλη.
“Το μύνημα αυτό είναι για να προστατέψει εσένα και τον πατέρα σου γιατί βρίσκεστε σε πολύ μεγάλο κίνδυνο” συνέχισε να αφηγείται ο Οσμάνογλου. “Υπάρχουν κάποιοι που θέλουν να σας σκοτώσουν και τους δύο, καθώς και τη βιολογική μητέρα σου. Κι εμένα το ίδιο αλλά εγώ μιας και θεωρώ τον εαυτό μου υπεύθυνο για την κατάσταση που δημιουργήθηκε, θα προσπαθήσω να προστατευθώ όπως μπορώ. Η κασέτα όμως πρέπει οπωσδήποτε να πάει στα χέρια του πατέρα σου. Είναι ο μόνος που μπορεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση με επιτυχία”.
Κι άρχισε παρακάτω να αναφέρει μια σειρά ονόματα υπόπτων και συνεργατών τους. Με το στόμα ανοιχτό τα άκουγε ο Αστυνόμος. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τα άκουγε. Ήταν τα ίδια ονόματα που γράφονταν στο σημείωμα που είχε στην τσέπη του. Το σημείωμα που του έδωσε ο Ρικάρντο στη Λισσαβώνα και που του φάνηκε στην αρχή υπερβολικό.
Η κασέτα έφτασε στο τέλος της. Τηνέβγαλε και την έβαλε από την άλλη μεριά. Ήταν άγραφη. Την έβγαλε, ευχαρίστησε και καληνύχτισε τον Γιάννη κατάβηκε τα σκαλιά για το δικό του διαμέρισμα. Ήταν συγκλονισμένος. Έπρεπε να κάτσει να σκεφτεί για να χωνέψει τις πληροφορίες. Κι ύστερα να σχεδιάσει τις επόμενες κινήσεις του.
--//--
Το δωμάτιο ήταν μικρό. Σοφίτα αυτόνομη στο κέντρο της πόλης. Ένας πάγκος με νεροχύτη και καναδυό ντουλάπια στη μια μεριά, έδειναν την αίσθηση μικρής κουζίνας. Πάνω στον πάγκο ένα γκαζάκι, κάλυπτε τις ανάγκες παρασκευής καφέ. Απέναντι ακριβώς στρωμένο ένα ντιβάνι παλιού τύπου, που απ' ό,τι φαίνεται σ' αυτό κοιμόταν ο ένοικος του δωματίου. Ανάμεσά τους ένα τραπέζι που μάλλον εκπλήρωνε και τον προορισμό του γραφείου. Στις δύο άλλες πλευρές, η είσοδος κι ένα ψυγείο από τη μια, η πόρτα του μπάνιου και μια πλαστική ντουλάπα από την άλλη. Παράθυρο δεν υπήρχε πουθενά. Ένα παραθυράκι – φεγγίτης μόνο, πάνω από την είσοδο.
Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι φωτογραφίες. Ξεχώριζαν τρεις που πάνω από τα εικονιζόμενα πρόσωπα υπήρχε ένα μεγάλο Χ με κόκκινο μαρκαδόρο. Αν πλησίαζε κάποιος κοντά θα διάβαζε από κάτω κάτι σαν όνομα. Μπασκετμπολίστας στο πρώτο, Τούρκος στο δεύτερο και Δικηγόρος στο τρίτο. Σ' αυτό το τρίτο πάνω από το Χ υπήρχε κι ένα μεγάλο μαύρο ερωτηματικό. Τα πρόσωπα αυτά θα ήταν πολύ γνωστά σε κάποιον που ήταν γνώστης των τελευταίων γεγονότων. Υπήρχαν ακόμη φωτογραφίες του Αστυνόμου, του Άλκη, της Dolunay, της Στεργιάνας και της Πάμελας. Κι από κάτω αντίστοιχα οι ενδείξεις, Αστυνόμος, Τσιράκι, Τουρκάλα, Κωλόγρια και Πουτάνα. Στην άκρη δεξιά και μία ίσου μεγέθους φωτογραφία της Ευδοκίας χωρίς καμία ένδειξη από κάτω. Στο τραπέζι ένα ντοσιέ που κάθε φύλλο του είχε ακριβώς τις ίδιες φωτογραφίες.
Ο άνδρας που κάθονταν στο κέντρο του δωματίου, μπροστά στο τραπέζι κι έγραφε, έδειχνε να έχει πολύ άσχημη διάθεση. Γκρίνιαζε κι έβριζε διαρκώς. Στόχος του οι εικονιζόμενοι στις φωτογραφίες. Και κάθε φορά για τον άνθρωπο που αποτελούσε το στόχο του, κατέληγε με μια φράση. “Θα σε φάω κι έσένα, πού θα μου πας;”.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό του. Βλέποντας ποιος τον καλεί, το σήκωσε αμέσως. Δεν πρόλαβε να μιλήσει. Μια ανδρική φωνή από την άλλη μεριά είπε βιαστικά. “Σε ψάχνουν, πρόσεχε” κι έκλεισε.
--//--
Η Φρόσω παρακολουθούσε τον Άλκη που τακτοποιούσε το γραφείο του κι ετοιμάζονταν να φύγει. Την προβλημάτιζε πολύ η συμπεριφορά του τον τελευταίο καιρό. Όλα όσα είχε μάθει γι' αυτόν την έκαναν να τον υποψιάζεται. Ίσως από ένστικτο και μόνο. Πάντως κάτι δεν της άρεσε. Μόλις βγήκε ο Άλκης από το γραφείο, περίμενε λίγα δευτερόλεπτα και βγήκε κι αυτή. Τον είδε που κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του και τον ακολούθησε. Στο διάδρομο συνάντησε τον Ίκαρο. “Έλα μαζί μου” του είπε.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο του Ίκαρου. “Ακολούθα τον Άλκη από απόσταση” του είπε σαν να τον διέταζε. “Το δικό σου αυτοκίνητο δεν το ξέρει”. Υπάκουσε ο Ίκαρος, αν και δεν καταλάβαινε τον λόγο αυτής της παρακολούθησης. Είχε τον τρόπο της η Φρόσω να επιβάλλεται.
Τον είδαν που κατευθύνθηκε έξω από την πόλη, παίρνοντας το δρόμο προς τα χωράφια του κάμπου. Στα τρία χιλιόμετρα περίπου, σταμάτησε μπροστά σ' ένα φράχτη. Κατέβηκε, άνοιξε την καγκελόπορτα, ξανανέβηκε και οδήγησε το αυτοκίνητο στον περιφραγμένο χώρο, χωρίς να την ξανακλείσει. Κατέβηκε και περπατώντας μπήκε σ' ένα κτίριο που φαίνονταν να είναι μια μεγάλη αποθήκη. Ο Ίκαρος σταμάτησε το δικό του αυτοκίνητο σε απόσταση και περίμενε. Η Φρόσω κατέβηκε και ξεκίνησε τρεχοντας για την αποθήκη.
Πλησίασε στο κτίριο και το περιεργάστηκε. Έψαχνε να βρει κάποιο άνοιγμα, κάποιο παράθυρο, κανένα φεγγίτη για να δει μέσα τι γίνεται. Έξω είχε ήδη νυχτώσει. Λίγο απίθανο να την δει κάποιος.
Το βρήκε στην πίσω πλευρά του κτιρίου. Ένας φεγγίτης στην πάνω πλευρά μιας σιδερένιας πόρτας. Από μέσα φέγγιζε ένα όχι και πολύ δυνατό φως. Έψαξε γύρω της και βρήκε ένα τελάρο ή μάλλον μια κλούβα. Την έβαλε δίπλα στον τοίχο, ανέβηκε επάνω και πλησιάζοντας τον φεγγίτη έριξε μια ματιά μέσα. Κόντεψε να της πέσει το σαγόνι από την έκπληξη.
Ο Άλκης όρθιος μιλούσε μ' έναν άνδρα καθισμένο στο πάτωμα, στην απέναντι πλευρά. Είχε δεμένα χέρια, πόδια και μάτια. Η πλάτη του στον τοίχο κι απ' ό,τι φαίνεται κάτι τον έδενε ακινητοποιημένο σ' αυτόν. Από τη θέση της δεν μπορούσε να ακούσει τι έλεγαν. Ο Άλκης έσκυψε κι έβγαλε το πανί που έκλεινε τα μάτια του δεμένου άνδρα. Κι εκεί ήταν η έκπληξη που τρόμαξε τη Φρόσω. Ένας δεύτερος Άλκης, φτυστός, ήταν ο φυλακισμένος. Τόσο όμοιος που δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος από τους δυο ήταν ο αληθινός.
Τρέχοντας, άσπρη σαν το πανί, μπήκε στο αυτοκίνητο του Ίκαρου. “Φύγε γρήγορα” είπε σχεδόν ψιθυριστά. “Και τσιμουδιά. Δεν πρέπει κανένας να μάθει γι' αυτή την παρακολούθηση”.
Η ιστορία είναι προϊόν μυθοπλασίας. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα, τόπους και γεγονότα είναι στμπρωματική.
Σε λίγες μέρες θα δημοσιευτεί το 17ο Κεφάλαιο από την Άρτεμη Καλογήρου



No comments:
Post a Comment