Της Έλσας Ξανθοπούλου
Στην
πλατεία μας έβλεπες τα καλοκαίρια παιδιά
να παίζουν, τους μεγαλύτερους να κάθονται
στις αυλές ή στα μπαλκόνια και τους
ηλικιωμένους και υπεραιωνόβιους όπως
η θεια-Λισάβου και η θεια-Χρυσώ, φιλενάδες
από τα νιάτα τους, ντυμένες με τις μαύρες
Βεροιώτικες φορεσιές τους, τα μαύρα
μαντήλια στο κεφάλι και τα μπαστούνια
τους, να κάθονται στο πεζούλι κάτω από
το σπίτι της θεια-Χρυσώς, «περνώντας»
την ώρα τους με ιστορίες από ζωή τους,
σχόλια και συζητήσεις με τους περαστικούς,
νουθεσίες και παρατηρήσεις προς εμάς
τα παιδιά που παίζαμε λίγο παραπάνω στο
ξέφωτο.
Η
θεια-Λισάβου έμενε μαζί μας, την φωνάζαμε
και την θεωρούσαμε γιαγιά εγώ και ο
αδερφός μου γιατί σχεδόν μας μεγάλωσε
και έχω και τ’ όνομά της, ήταν θεία της
γιαγιάς μου από την πλευρά της μητέρας
μου, χωρίς πολύ κοντινούς συγγενείς
αφού είχαν πεθάνει ή σκοτωθεί στον
πόλεμο όλοι και απεβίωσε, όταν ήμουν
δεκατεσσάρων, στα 114 της από βαθιά
γεράματα. Η θεια-Χρυσώ πάλι, ζούσε μονάχη
με κοντινότερη συγγενή μια κόρη στην
Αθήνα, που ερχόταν και την έβλεπε όποτε
μπορούσε, «έφυγε» κι αυτή από βαθιά
γεράματα στα 106 της χρόνια.

